Latest News

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Τι γίνεται και ξαφνικά νοσταλγούμε όλο και περισσότερο το παρελθόν.



«Should I stay or should I go?». Επαναλαμβάνει με εμμονή το στίχο των Clash μες στο σκοτεινό και μαύρο δάσος. Είναι εκεί χωρίς να ξέρει πώς βρέθηκε στη χώρα των ζωντανών και των ...
νεκρών, κάτω από τη Γη, στο μέρος όπου o δαίμονας Demogorgon κάνει κουμάντο.



 Δεν ήταν άλλη μια παρτίδα του παιχνιδιού Dungeons & Dragons και δε θύμιζε σε τίποτα τη στιγμή που έριχνε τα ζάρια σ’ εκείνο το υπόγειο που βρισκόταν με τους φίλους του. Ήταν πλέον γι’ αυτόν η φρικτή πραγματικότητα. Ο Will είναι κάτω από τη Γη και δεν ξέρει τι να κάνει για να βρει τη μητέρα, τον αδερφό, την παρέα του.

Αυτό συμβαίνει στα πρώτα λεπτά του πρώτου επεισοδίου του Stranger Things, του τηλεοπτικού φαινομένου του καλοκαιριού. Κι από τις 15 Ιουλίου, που βγήκε στο Netflix, με όλα τα επεισόδια διαθέσιμα για streaming την ίδια μέρα κατά τη συνήθη τακτική του δικτύου, έκανε όλο τον κόσμο να παραμιλά με την πλοκή, την αισθητική, τις αναφορές και το φόρο τιμής που αποτίει στη δεκαετία του ’80. Σε μεταφέρει αμέσως εκεί. Με τους επικούς τίτλους αρχής, τη μουσική και το θέμα. Και με τους δίσκους βινυλίου, τις κασέτες, τα ποδήλατα με τη μία μόνο ταχύτητα, το τοπικό ραδιόφωνο και τα walkie talkies. Γιατί η τρομερή, αλά Stand by Me παρέα των τεσσάρων φίλων, ενός ήσυχου (Will), ενός κυνικού (Lucas), ενός αισιόδοξου (Mike) και ενός ρεαλιστή (Dustin), βρίσκεται μπλεγμένη σε μια ιστορία που δεν ξέρει κανείς πού θα τους βγάλει. Και όταν συναντούν την Eleven, το κορίτσι-πείραμα που με τη δύναμη του μυαλού του σηκώνει αντικείμενα, τότε τα πράγματα γίνονται άγρια. Μαζί είναι έτοιμοι να γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να τα καταφέρουν.

Πέρα όμως από τους χαρακτήρες, την αισθητική, τη μουσική και την πλοκή, οι δίδυμοι Duffer, οι δημιουργοί του Stranger Things, φτιάχνουν ένα σύμπαν τόσο μοντέρνο, που, παρά τις αναφορές του, κρατά τα πράγματα φρέσκα. Στο σήμερα. Γι’ αυτό και η επιτυχία του Stranger Things δεν έχει να κάνει μόνο με τη νοσταλγία, όσο κι αν βασίζεται σε αυτήν, ακούσια και εκούσια.


Ωστόσο, ο μέσος 30άρης που μεγάλωσε με τον Ε.Τ., τα Goonies, τις ταινίες στην αμερικανική επαρχία (το Stranger Things διαδραματίζεται στο Hawkins της Indiana), τους Αμερικανούς high school nerds, τους ψευτοbullies που στο τέλος την πατάνε, τις βάτες, τα Tom Cruise κουρέματα, τη Winona Ryder (που εδώ ανασταίνει την καριέρα της) και τις δημιουργίες του Steven Spielberg, μεταξύ άλλων, μένει με το στόμα ανοιχτό γιατί η σειρά αυτή του θυμίζει πράγματα που ξέρει και έχει ήδη ζήσει. Τον κάνει να νοσταλγεί, να θυμάται, να επιστρέφει συναισθηματικά σε γνώριμα λημέρια.

Η νοσταλγία, για να έχει επιτυχία στην τηλεόραση, θα πρέπει να γίνει σωστά. Αν τα καταφέρει, θα ξεθάψει μνήμες-θησαυρούς στο θεατή που θα ανυπομονεί για το επόμενο επεισόδιο. Σ’ εμένα δούλεψε, αφού τα οκτώ επεισόδια της σειράς τα είδα μέσα σε ένα βράδυ. Το ένα μετά το άλλο, χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Αν γίνει λανθασμένα, τότε το πιο πιθανό είναι το σόου να κοπεί στην πρώτη σεζόν. Τη φετινή τηλεοπτική νοσταλγία δεν την ανακάλυψε το Netflix μέσα από το Stranger Things. Ούτε το έκανε για να εγγράψει νέους συνδρομητές ενόψει της νέας τηλεοπτικής χρονιάς. Αυτό μάλλον το έχει καταφέρει προ πολλού.


Η νοσταλγία μπορεί να φερθεί και ύπουλα. Και όσο τα πράγματα γύρω μας γίνονται πιο δυσοίωνα, ο άνθρωπος αντανακλαστικά θα καταφεύγει στο ασφαλές παρελθόν όλο και πιο παθιασμένα. Και αυτή την εποχή η νοσταλγία ξεχειλίζει.

O καθένας, βέβαια, τη δουλεύει όπως ακριβώς θέλει. Άλλοι κυνηγώντας Pokemon (το παιχνίδι επέστρεψε από τα ’90s και κέρδισε 10 χρυσά μετάλλια) στην πλατεία Συντάγματος, άλλοι κάνοντας viral στο Facebook καταστάσεις της καθημερινότητας συγκρίνοντάς τες με τότε που το ΠΑΣΟΚ ήταν στην εξουσία, οι εφημερίδες δίνοντας τις Κυριακές δώρο Μίκυ Μάους και τα τηλεοπτικά κανάλια προβάλλοντας προγράμματα που έκαναν επιτυχία 20 χρόνια πριν ή ακόμα επαναφέροντας, κάπως άγαρμπα και χωρίς το μπρίο και το κιτς των ’90s, το Ραντεβού στα τυφλά και τον Τροχό της τύχης. Μιλώντας για τηλεόραση όμως, οι Αμερικανοί, που και σ’ αυτό τον τομέα είναι μανούλες, επανέφεραν, μεταξύ άλλων, μετά από πολλά χρόνια το Gilmore Girls, το Prison Break, ακόμα και τον MacGyver – οι αθεόφοβοι! Στο Ίντερνετ το BuzzFeed, το μεγαλύτερο ίσως –μετά το Facebook– σημείο των ψηφιακών καιρών μας, γνώρισε τεράστια επιτυχία εξιδανικεύοντας την κουλτούρα των περασμένων δεκαετιών. Ποπ ή μη, δεν έχει σημασία. Το κάθε post με θέμα «Ποιος ήρωας από τα Φιλαράκια είσαι;» πάντα θα μαζεύει άπειρα likes, comments, shares, σε όποια γλώσσα κι αν έχει γραφτεί, όποιο κι αν είναι το μορφωτικό επίπεδο ή η οικονομική κατάσταση του χρήστη. Γιατί είναι κάπως ξένοιαστο να επιστρέφεις στο μέρος που γνωρίζεις καλά. Και το μέρος αυτό είναι γεμάτο νοσταλγία.

Σ’ αυτό το κομμάτι γης υπάρχει έντονη διάθεση για νοσταλγία. Η ζόρικη καθημερινότητα, οι αρκετοί φόροι και η συσσωρευμένη οργή θα κάνουν μια επέτειο να φαντάζει σαν τη μεγαλύτερη όαση ευχαρίστησης. Φέτος το καλοκαίρι είχαμε δύο πολύ καλές αφορμές για να νοσταλγήσουμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στο σπίτι μας και την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου στα γήπεδα της Πορτογαλίας, πάλι το 2004.

Τις θυμάμαι εκείνες τις μέρες. H πόλη ετοιμαζόταν, είχε βάλει για τα καλά τα καλά της, περίμενε να υποδεχτεί μουσαφιραίους από κάθε άκρη της Γης και ο κόσμος ήταν αυθεντικά χαρούμενος. Δε μας ενοχλούσε ούτε το γεγονός ότι στον δρόμο η μία λωρίδα, η Ολυμπιακή, έπρεπε να μένει απάτητη και να χρησιμοποιείται μόνο από τα οχήματα των Αγώνων. Η Ελλάδα ήταν διαφορετική. Αισιόδοξη, ανέμελη, πιο περιποιημένη, αρκετά όμορφη, οι τελευταίες πινελιές έμπαιναν εκεί που υπήρχε ανάγκη, είχαμε ήδη γλεντήσει με το ακατόρθωτο, με το θαύμα της κατάκτησης του Euro 2004, τότε που οι τράπεζες έστελναν χωρίς πολλές ερωτήσεις όποιον το ζητούσε στην Πορτογαλία για να δει τους 23 θεούς του Ότο Ρεχάγκελ να αγωνίζονται για να σηκώσουν το κύπελλο.

Ήταν η εποχή που ετοιμαζόμασταν για ένα δεύτερο Euro, 40 μέρες μετά το πρώτο. Ένα ατέλειωτο πάρτι! Οι καλύτερες εποχές έρχονταν. Νοσταλγούσαμε, αλλά με μέτρο. Δεν υπήρχε άλλωστε μεγάλος λόγος, αφού ο δείκτης του χρηματιστηρίου ήταν ψηλά και κανείς δεν ασχολούνταν με το χρέος. Χρέος; Ποιο χρέος;

Σήμερα, 12 χρόνια μετά, τίποτα δεν είναι το ίδιο και, όπως και να το κάνουμε, αρκετές συζητήσεις γίνονται για το τότε και το τώρα. Το «Should I stay or should I go?» δεν είναι απλά ένας στίχος από το τραγούδι των Clash, αλλά μια κατάσταση πιο επίκαιρη από ποτέ, που ηχεί εκκωφαντικά στο κεφάλι χιλιάδων Ελλήνων. Να κάτσουν εδώ να το παλέψουν ή να φύγουν για το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα; Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν κάνουν, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα νοσταλγήσουν. Γιατί «νοσταλγία είναι να αναπολείς την ευχαρίστηση χωρίς να ξαναζείς τον πόνο», που έλεγε το ιερό τέρας του αμερικανικού κινηματογράφου Μπέτι Ντέιβις. Και εδώ τον πόνο τον έζησαν και τον ζουν καθημερινά. Τόσο πολύ που στο τέλος τον συνήθισαν.

loading...
« PREV
NEXT »