Latest News

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Να ζητάς τον έρωτα που ποτέ του δε θα σε θεωρήσει δεδομένη.

Κάποτε πίστεψες πως βρήκες το άλλο σου μισό. 





Ήταν ο άνθρωπος εκείνος που έκανε την καρδιά σου να χτυπήσει. Αυτός έλεγες ότι ήταν ο ένας και κανένας άλλοε. Και το περίμενες.


Δεν ήταν έτοιμος, είπε. Είχε τα θέματά του, είπε. Κι εσύ κούνησες συγκαταβατικά το κεφάλι. Το δέχτηκες. Βαφτίστηκες σε τούτη την αναμονή και είπες πως την αντέχεις. Μόνο που τράβηξε πολύ. Κάποτε σου αρκούσε μια καληνύχτα κι ένα σημάδι μες τη μέρα ότι περνούσες από το μυαλό του.

Κάποτε πίστευες ότι όλη αυτή η αναμονή άξιζε. Ότι εκείνος άξιζε. Μόνο που πια δεν ξέρεις τι να πεις.

Δεν ξέρεις τι να σκεφτείς για τούτη την αργοπορία του. Ίσως μόνο ότι δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.
Ίσως μόνο ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει δικός σου.

Αυτές οι σκέψεις έρχονται κι εσύ τις αποδιώχνεις. Δεν τις θες. Δε δέχεσαι πως μπορούν να είναι αλήθεια.

Φοράς τις παρωπίδες σου και συνεχίζεις να ζεις.
Γιατί χωρίς αυτές λες ότι δεν έχεις ζωή.
Χωρίς αυτές δεν έχεις αυτόν, δεν έχεις τίποτα.
Κι όλες τις φωνές των δικών σου, όλες εκείνες τις φωνές της λογικής που ουρλιάζουν την αλήθεια, τις μπλοκάρεις.

Τραγουδάς παράφωνα και δυνατά για να τις καλύψεις, να μην αναγκαστείς να τις ακούσεις ούτε σαν ψίθυρο. Μα τις ξέρεις… Και τις μισείς. Ξέρεις ότι έχουν δίκιο και ακριβώς γι’αυτό τις μισείς περισσότερο.

Καημένη. Προδομένη. Παραιτημένη.
Ακόμη και ο καθρέφτης έγινε εχθρός, καθώς σου ουρλιάζει με τη σειρά του την κατάντια σου… εκείνη την αναμονή που έγινε παραίτηση από τη ζωή.

Τάχθηκες σε εκείνον κι αρνήθηκες όλα όσα έτρεχαν δίπλα σου και προσπερνούσαν.
Φλερτ, ανθρώπους μα πάνω απο όλα ευκαιρίες. Ευκαιρίες για μια αληθινή ζωή κι έναν έρωτα όχι φάντασμα αλλά με σάρκα και οστά.

Έναν έρωτα με μπράτσα για να σε αγκαλιάσει και παλάμες για να σου σκουπίσει τα δάκρυα.
Μα πάνω από όλα έναν έρωτα με μυαλό να σε νοιαστεί και καρδιά να σε αγαπήσει.

Βαρέθηκες να είσαι μόνη, να τα περνάς όλα μόνη. Τη σιχάθηκες τη μοναξιά σου. Τη μίσησες την ίδια ώρα που τη σύγκρινες με τη συντροφικότητα των φίλων σου.
Ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια, λέει η Χαρούλα κι εσύ κλαις.

Κι ήταν μια στιγμή, τότε που αντιπαρέθεσες την αδειανή αγκαλιά σου με τη γεμάτη των φίλων σου, που όλα άλλαξαν.

Διαλύθηκαν οι παρωπίδες και τα μάγουλά σου δέχτηκαν δυνατά χαστούκια. Δεν είχαν βλέπεις καμιά παρωπίδα να τα “προστατεύσει”.

Πήγες να κλάψεις αλλά κανένα δάκρυ δεν είχε μείνει πια για κείνον. Μόνο θλίψη για σένα και το χρόνο που έχασες περιμένοντας κάποιον που ποτέ δε θαρχόταν.
Μα θα ήταν ο τελευταίος χαμένος καιρός, σου το υποσχέθηκες.

Από εκεί και πέρα θα πήγαινες μόνο μπροστά και θα περίμενες τον έρωτα που δε θα σε είχε πια δεδομένη. Τον έρωτα που δε θα σε είχε ποτέ στο περίμενε.

Αντίθετα θα έψαχνε να σε βρει γιατί δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό… πέρα από το να σε έχει…

loading...
« PREV
NEXT »