Latest News

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Το φλερτ επιβάλλει να είσαι ο εαυτός σου.

Το φλερτ, όπως και πολλά άλλα σε αυτή τη ζωή θα μου πείτε, είναι τόσο απλό και συνάμα τόσο δύσκολο.






Είναι μια κατάσταση που σου ανοίγει τα μάτια -πάρτε το όπως θέλετε-, σε αφήνει άφωνο, σε κάνει να μονολογείς «γιατί Θεέ μου» ή σε εκπλήσσει ευχάριστα και σε φέρνει αντιμέτωπο με άλματα λογικής.


Στο πέρασμα των χρόνων, όπως όλα, έτσι και αυτό εξευγενίστηκε.

Τα λαϊκά αγόρια φυσικά και παραμείνανε λαϊκά, οι διανοούμενοι έγιναν πιο γήινοι, οι κάφροι δεν αλλάζουν ποτέ και μια νέα κατηγορία έκανε την εμφάνισή της κάπου εκεί στη δεκαετία του ’80 για να τους λουζόμαστε σήμερα εμείς, οι γνωστοί σε όλες μας «κουλτουριάρηδες».

Η λέξη «κουλτουριάρης» που λέτε, από τότε δήλωνε όποιον άνθρωπο είναι τόσο μπερδεμένος στα πόδια της ίδιας του της σκέψης ώστε να μη μπορεί να χαρεί ούτε μια στιγμή την ανθρώπινη φύση του.

Πείτε μου τώρα, όταν είσαι μπερδεμένος στα πόδια της σκέψης σου, με τι θράσος προσπαθείς να μπλέξεις στα πόδια μιας γυναίκας;

Οι γνωστοί στην αγορά ως «κουλτουριάρηδες» παίζουν τον Καντ και τον Κάφκα στα δάχτυλα και «η Θυσία» του Ταρκόφκσι είναι η αγαπημένη τους ταινία. -Και η δική μας αλλά δεν είναι το δεύτερο πράγμα που λες μετά το όνομά σου.-

Αυτό το είδος το ξεχωρίζεις από μακριά. Δε χορεύει, δε διασκεδάζει και προς Θεού μην πιστέψεις ότι μπορεί να έχει επαφή με τη λαϊκή του ψυχή.

Η ιδεολογία πάσης φύσεως είναι σημαία που κρατάνε ψηλά στην αρένα του φλερτ και ο πνευματικός σου κόσμος, είναι η χώρα που θέλουν να εξερευνήσουν διακαώς.

Αν σου πουν ότι οι σωματικές απολαύσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα, μην τους πιστέψεις.

Το να σε φλερτάρει ένας κουλτουριάρης, σίγουρα αποτελεί μια μεγάλη εμπειρία.

Μια εμπειρία που σε οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως η έκφραση «Κουλτούρα να φύγουμε» ισχύει και μάλιστα με το παραπάνω.

Δεν έχεις να κάνεις με έναν τυχαίο, αλλά με έναν φετιχιστή της κατηγοριοποίησης, με έναν άνθρωπο που παλεύει με τα κύματα όπως οι πρωταγωνιστές του Λαρς Φον Τρίερ, για να κεντρίσει το ενδιαφέρον σου.

Μόνο που εσύ δε θέλεις να διανθίσεις τις γενικές σου γνώσεις, δη περί Τέχνης, στις τρεις τα ξημερώματα, ούτε να συζητήσεις περί της οικονομικής κρίσης και να αναλύσεις φιλοσοφικά ερωτήματα όπως «που οδεύουμε» γιατί θα ξυπνήσει ο Σαίξπηρ μέσα σου και θα αναρωτηθείς «Να ζει κανείς ή να μη ζει».

Άτιμο πράγμα η κουλτούρα. Μη σου τύχει δηλαδή. Και αν τα λαϊκά αγόρια παραείναι απλά, αυτό το σύμπλεγμα δεν παλεύεται.

Αλλά ας μην είμαι απόλυτη.

Δεν αντιλέγω πως στην αρχή έχει μια γοητεία το πράγμα.

Είναι διαφορετικός και έξω από τα συνηθισμένα.

Δεν συναντάς και συχνά τέτοιους τύπους, οι οποίοι είναι ικανοί να απαγγέλλουν ποίηση βραδιάτικο και να σε κοιτάζουν μες στα μάτια -αν δε φοράς ντεκολτέ που σκοτώνει-.

Και θες λίγο η μελαγχολία στο βλέμμα, λίγο αυτή η αγγελοπουλική παύση καθώς ατενίζει το υπερπέραν στα σκοτάδια του κλαμπ, σε βάζουν στην διαδικασία να του δώσεις μια ευκαιρία.

«Τι έχω να χάσω;» σκέφτεσαι.

Επέτρεψε μου να σου απαντήσω με πλήρη σιγουριά.

Το χρόνο σου, την υπομονή σου και το ενδιαφέρον σου, εκτός και αν καίγεσαι να παρακολουθήσεις εκείνη την ακαδημαϊκή διάλεξη που έχασες στο τέταρτο έτος της φιλοσοφικής.

Εσύ όμως θέλεις να το δεις το έργο και σε αυτό το σημείο είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.

Όχι κουκλίτσα μου, μην περιμένεις να πάτε για φαγητό, να σε ρωτήσει, με τι ασχολείσαι και άλλα τέτοια που συνήθως λένε και κάνουν δυο άνθρωποι που μόλις γνωρίστηκαν.

Αυτά είναι για τους πεζούς.

Εδώ θα φας κουλτούρα με το κουτάλι.

Για αυτό και ετοιμάσου να δεις κάποιο βαθυστόχαστο θεατρικό μονόλογο σε μια πειραματική σκηνή που μόνο αυτός ξέρει και έπειτα να σου αναλύσει τη σκηνοθετική προσέγγιση καθώς και την ερμηνεία.

Η προσπάθεια του να σε εντυπωσιάσει με τα ευφυολογήματά του, θα έχει συνέχεια αν δεν πάρεις ένα ταξί να φύγεις και να γλυτώσεις από του κουλτουριάρη τα δόντια, ο οποίος όπως έχεις αντιληφθεί αγνοεί παντελώς τους νόμους του φλερτ.

Είναι χαμένος στην μετάφραση, καταβάλλοντας υπερπροσπάθεια να ξεπεράσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

Του είναι δύσκολο να αποχωριστεί τον μανδύα του ακόμη και την ώρα του σεξ, όπου τις περγαμηνές και το πλούσιο λεξιλόγιο το αφήνουμε συνήθως στην άκρη.

Προς γνώση και συμμόρφωση, το να πεις σε μια γυναίκα «είσαι ο διακαής μου πόθος» θα τη φέρει πιο κοντά στο να ρίξει σπίρτο στο κορμί της να αυτοπυρποληθεί, παρά να σας ξεχωρίσει από την μάζα και τα λαϊκά αγόρια .

Τι να τον κάνεις μάτια μου τέτοιον άντρα;

Γιατί όπως και να το κάνουμε, καλός και ο Κούντερα δε λέω, αλλά δεν αποζητώ να ξαπλώσω με την αβάσταχτη ελαφρότητα.

Γιατί άλλο Μπρεχτ κι άλλο φλερτ.

Και για να εξηγούμαστε, για να μη παρεξηγούμαστε, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τα διανοούμενα αγόρια. Απεναντίας.

Τα αγαπάμε, τα στηρίζουμε, και τα θέλουμε.

Γιατί γνωρίζουν πως στο φλερτ, όσες περγαμηνές και να ‘χεις, το μόνο που χρειάζεται είναι να είσαι ο εαυτός σου.

Δεν έχουν καμιά ανάγκη να μας αποδείξουν τι ξέρουν, αλλά τι θέλουν.

Μαρία Κωφίδου.

loading...
« PREV
NEXT »