Latest News

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ο γραφίκουλας του σούπερ μάρκετ!!

Είναι γύρω μας. Είναι παντού. Και πλέον δίνουν το μοναδικό τους σόου ΚΑΙ στα σούπερ μάρκετ, πολύ απλά γιατί μπορούν. Έχω το αποκλειστικό ρεπορτάζ.



Γράφει ο Γιάννης Τσαούσης


Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι κατά βάσιν ο φυσικός τους βιότοπος είναι οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες και τα καφενεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχαμε συναντήσει γραφικούς και σε άλλα μέρη, αλίμονο αν δεν «τρακάραμε» τον χαρακτηριστικότερο ίσως ανθρωπότυπο που ευδοκιμεί στα μέρη μας. Απλώς, να... η αλήθεια είναι ότι στο σούπερ μάρκετ το πιο ευτράπελο που πετυχαίνεις είναι κανάς καυγάς για την ουρά στο ταμείο ή για κάποιο τελευταίο προϊον που το είδαν ταυτοχρόνως περισσότεροι από ένας. Χαλαρά πράγματα δηλαδή. Καμία σχέση με τον uber-γραφίκουλα που ήρθε χθες σαν από μηχανής θεός, για να μας πει ότι «το χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσαμε, γι’ άλλα 10 χρόνια άιντε καθαρίσαμε».

Νωρίς το μεσημέρι, σε κεντρικό σούπερ μάρκετ των ΒΑ προαστίων. Μια που την επομένη της Πρωτοχρονιάς τα εν λόγω καταστήματα κάνουν την ετήσια απογραφή τους, και άρα είναι κλειστά, ο κόσμος είχε ξεχυθεί για να ψωνίσει μετά τη διήμερη αποχή σαν να μην υπήρχε αύριο. Εντός του καταστήματος δεν υπήρχαν πουθενά ελεύθερα περισσότερα από 2 τ.μ. Αν έσερνες καρότσι έπρεπε να το πηγαίνεις με «μπαντιλίκια» για να αποφύγεις τις συγκρούσεις, αν ήσουν απλώς με καλάθι έπρεπε να παίξεις μπάλα με συνεχόμενους ελιγμούς και χαμόγελα γαλιφιάς για να φτάσεις στο όποιο ράφι-στόχο.

Όπως καταλαβαίνετε, στην ουρά με τα τυρία γινόταν μακελειό από κόσμο. Έχω το νο57, εξυπηρετείται το νο38 και περιμένω. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται η ουρά των αλλαντικών. Με την άκρη του ματιού πιάνω έναν ψηλό, αδύνατο τύπο, γύρω στα 50, με μακρύ μαλλί, μαύρη καουμπόικη μπότα, μαύρο τζιν και μαύρο πουλόβερ, να χαριεντίζεται μεγαλόφωνα με τους υπαλλήλους πίσω από τον πάγκο. «Καλημέρες» σε όλους και δώστου ευχές για τη νέα χρονιά. Δυνατά όλα αυτά, για κάποιο λόγο. Και μετά ακούω να λέει κάτι για «δυνάστες», με ένταση που είχε σκοπό να τον ακούσει το μισό κατάστημα. Το πέτυχε. Κοιτάζει γύρω-γύρω. Σκανάρει. Βλέπει ότι έχει τραβήξει την προσοχή, παίρνει τα αλλαντικά του και -για καλή/κακή μου τύχη- έρχεται στα τυριά. Πανέτοιμος για το γκραν φινάλε.

Στέκεται κοντά μου. Ξεκινάει με μανούρα σε κυρία που ήρθε 1’’ αφότου φώναξαν το νούμερό της, απαιτώντας να μην εξυπηρετηθεί και εξηγώντας στον διπλανό του ότι «εμείς περιμένουμε τόση ώρα και προσέχουμε τα νούμερα, δεν γυρίζουμε γύρω-γύρω να ερχόμαστε μετά να χωνόμαστε και να νιώθουν οι άλλοι πελάτες κορόιδα». Και αρχίζει τις χαιρετούρες στους υπαλλήλους του πάγκου των τυριών. Μόλις, όμως, φτάνει στο «καλή χρονιά», το στρίβει, βάζει έκτη στο κιβώτιο και αρχίζει το βροντώδες σόου: «...ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙ ΤΟ 2017 ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΣ! ΚΑΙ ΞΕΡΕΤΕ ΚΑΤΙ; ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΦΥΓΟΥΝ!». Σταματάει. Κοιτάει το κοινό του. Μία υπάλληλος τολμάει να ψελλίσει κάτι σαν «ννναι...» επιδοκιμασίας. Τα μάτια του γυαλίζουν. «ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ Μ’ ΑΥΤΟΥΣ! ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΧΟΥΝΤΑ ΡΕ! ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΧΟΥΝΤΑ!».

Το τι έγινε μετά απ’ αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να θυμόμαστε ότι ζούμε ανάμεσά τους και ότι κάθε τυχαία συνάντηση με την έκρηξη γραφικότητάς τους είναι ένα πολύτιμο μάθημα ορθολογισμού, βάλσαμο πολιτισμού δηλαδή στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε.




loading...
« PREV
NEXT »