Latest News

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Με μάτωσες. Μα έμαθα να ζω ξανά. Χωρίς εσένα.

Της Μαρίας Κουσαντάκη.

Πάνε λίγα χρόνια τώρα. Έχει περάσει καιρός. Δεν έχω ούτε κακία για σένα ούτε στενοχώρια. Στη σκέψη σου ίσως αισθάνομαι ένα μικρό αγκαθάκι, ίσως είναι εκείνο το «μαζί» που ποτέ δεν αγγίξαμε και θεοποίησα. Ένα αγκαθάκι, όπως εκείνος ο μικρός πόνος που ενίοτε σε βασανίζει από κάποιο παλιό τραύμα, όταν έχει πολύ κρύο, όταν κάνεις συγκεκριμένες κινήσεις, μία υπό συνθήκες αίσθηση δηλαδή, μία αίσθηση απόλυτα ελεγχόμενη, που βρίσκει μηδαμινά ίχνη ζωής σε μία κάποτε ανοιχτή πληγή που πλέον ασπάζεται το κορμί μου σαν περίτεχνο στολίδι του. Έχω μάθει πια πως από τα αγκάθια βγαίνουν ρόδα. Κι εγώ το έκανα. Με όση δύναμη μου είχε μείνει.

To facebook θυμάται. Όχι πως κι εγώ χωρίς εκείνο δε θα θυμόμουν. Μου στέλνει ενημερώσεις για εκείνη την έκπληξη που είχα ετοιμάσει για τα γενέθλιά σου. Πέρασε κιόλας τόσος καιρός από τότε; Μου στέλνει ειδοποιήσεις από εκείνη τη φωτογραφία σε κάποιο ταξίδι μας, μέσα στα χιόνια. Τότε που η καρδιά μου με έλουζε έρωτα και πάθος που αργοπέθαινε μέσα μου. Τότε που ορκιζόσουν πως είμαι ασύγκριτη, πως είμαι μοναδική, πως καμία δεν είναι σαν εμένα και για αυτό και φοβάσαι να δεθείς μαζί μου. Για αυτό και δεν θέλησες ποτέ μαζί μου κάτι πιο στενό. Κι όμως, δειλά σε μένα γύρναγες. Εκείνες τις στιγμές που η κάθε τυχαία πέρναγε από το κρεβάτι σου και τη χλεύαζες μπροστά μου, τότε με εξυμνούσες σα θεά. Μα, τι μυστήριο, με κάποια τέτοια, κάπως, τυχαία, κατέληξες να είσαι.

Με μάτωσες. Ράγισες όλο μου το είναι.

Μάτωσα. Με ακούς; Πλημμύρισε η καρδιά και το σώμα μου με αίμα. Κόκκινο, βαθύ, πλούσιο, ζωντανό, ζεστό, έτοιμο να ρουφήξει κάθε σταγόνα ζωής που μου είχε απομείνει.

Δεν έχω καν θυμό πια για σένα. Είχα δει τόσο βαθιά μέσα σου, κάποιες φορές βαθύτερα από όσο και εσύ ο ίδιος αναγνώριζες τον εαυτό σου, που οι κινήσεις σου έβρισκαν απαντήσεις στις σκέψεις μου. Κατανοούσα, δικαιολογούσα, όμως σταμάτησα να δέχομαι. Και να αποδέχομαι.

Δε μετανιώνω. Τουλάχιστον όχι για τα περισσότερα. Και σίγουρα για όσα ένιωσα. Γιατί όσο κι αν πόνεσα, τα συναισθήματα που είχα για σένα, είναι παιδιά δικά μου που με αγάπη αγκάλιασα, όσο κι αν πόνεσα. Για αυτό λοιπόν σε ευχαριστώ.

Σε ευχαριστώ για τον έρωτα που γέννησα με όλο μου το είναι, κι ας πέθανε ξαφνικά μέσα στην ίδια του την ύπαρξη.

Σε ευχαριστώ που με άφησες να δω μέσα σου, όσα πολλοί αγνοούσαν.

Σε ευχαριστώ που κι εσύ είδες κάτι μέσα μου, κι ας μην είχες ιδέα πώς να το πιάσεις, σχεδόν εύθραυστο στα χέρια σου.

Σε ευχαριστώ ακόμα και για τις στιγμές που υπήρξες ο μεγαλύτερος μαλάκας που έχω γνωρίσει, όσο κι αν πάλευες για το αντίθετο.

Σε ευχαριστώ που τελικά δε μου έδωσες περισσότερα, όχι γιατί δεν τα ήθελα, αντίθετα, σαν χρυσάφι θα τα αγκάλιαζα, αλλά επειδή τη δεδομένη στιγμή, εσύ κι εγώ, μόνο κουρέλια θα σκορπάγαμε. Όσο κι αν μάτωνα που δε σε είχα.

Σε ευχαριστώ για την κάθε στιγμή, ό,τι κι αν εμπεριείχε, γιατί από την κάθε στιγμή έμαθα.

Έμαθα σήμερα, πως όταν ο εαυτός σου είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου, όταν μπροστά σου θα δεις τον παράδεισο, θα αρνηθείς να μπεις. Ακόμα κι αν το κάνεις, θα χύσεις μέσα του κόλαση.

Έμαθα τα λάθη σου και τα λάθη μου. Και προσπαθώ να τα αποφύγω.

Έμαθα να είμαι με κάποιον που με βλέπει μοναδική, όπως κι εσύ τότε, με τη διαφορά πως εκείνος αντέχει να με έχει, θέλει να με έχει, όσο κι αν φοβάται, όσο κι αν έχει δει και τα δικά μου τέρατα να ξεπροβάλλουν.

Έμαθα πως από το μέτριο δε χτίζεις ουρανούς, όμως από το λίγο σταδιακά μπορείς να φτιάξεις παραμύθια. Από τα πεταμένα κομματάκια δεν έπλεκα τον έρωτα, όμως κομμάτι κομμάτι υφαίνω την αγάπη. Τα μέτρια, πεταμένα κομματάκια σου, δεν έχουν θέση μέσα μου. Όχι πλέον.

Έμαθα να ζω ξανά. Χωρίς εσένα.

Το έμαθα ενώ με μάτωνες. Ενώ εσύ έβλεπες κόκκινες σπίθες να πετάγονται εδώ κι εκεί, μάθε πως είχαν μαζί τους αίμα κόκκινο που άγγιζε αργά και βασανιστικά όλο μου το κορμί, την ψυχή μου, πάγωνε το μυαλό μου και έτρωγε το είναι μου μέρα με τη μέρα.

Με μάτωσες. Σαν κοφτερό μαχαίρι στην καρδιά. Αργά, με πάθος, βασανιστικά, μαζοχιστικά, με δύναμη και σιγουριά.

Το μαχαίρι αυτό το κοιτάζω σήμερα να διακοσμεί τον τοίχο των αναμνήσεών μου. Έχει μερικά σημάδια ακόμα που ξεθωριάζουν. Κοιτάζω και μένα. Και όλο το αίμα που τότε πλημμύριζε την ύπαρξή μου, σήμερα μου δίνει ζωή. Και εκείνο το ματωμένο αγκάθι, σήμερα μυρίζει κατακόκκινο τριαντάφυλλο.

loading...
« PREV
NEXT »