Latest News

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Κοιμήσου ήσυχος, λοιπόν. Αγκαλιά με τον εγωισμό σου.

Για δες, πόσο γρήγορα περνά ο καιρός. Νεράκι ο χρόνος που κυλά, τρέχει και πίσω δε γυρνά. Μα, αλίμονο, δεν είναι ν’ απορείς γιατί. Ο καθένας μας ζει τη ζωή του, σε ρυθμούς γρήγορους, με πρόγραμμα γεμάτο απ’ όλα όσα έχει επιλέξει να συμπληρώνουν το πάζλ της καθημερινότητάς του.

Δουλειές, χόμπι, ταξίδια, διακοπές με φίλους, παρέες κι όμορφες στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα. Μια καθημερινότητα γεμάτη ακριβώς με ό,τι γουστάρει ο καθένας, συν τις όποιες στραβές, αλλά δε βαριέσαι, στο πρόγραμμα είναι κι αυτές. Με κάποιους ανθρώπους συμβαδίζεις, αφού είναι κομμάτι της καθημερινότητάς σου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Με κάποιους άλλους όμως, μερικές φορές τα πράγματα έρχονται λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι θέλουμε ή υπολογίζουμε.

Συγγενείς, φίλοι ή εραστές με ζωές παράλληλες, μακριά ο ένας απ’ τον άλλο, σε πόλεις ή και χώρες διαφορετικές. Για την οικογένεια, τα λόγια περισσεύουν: το αίμα νερό δε γίνεται. Ξέρεις πως όσα μίλια μακριά κι αν βρίσκεσαι απ’ την οικογένεια, υπάρχουν δεσμοί αίματος που δε σπάνε, ακόμα κι όταν έρχεται η στιγμή να τραβήξεις τη δική σου ρότα.

Απ’ την άλλη, οι φίλοι είναι οι συγγενείς που διαλέγεις και σε διαλέγουν. Βιώματα, στιγμές, δοκιμασίες, ανθρώπινες σχέσεις δια πυρός και σιδήρου, ώσπου αποκτάς μια επιπλέον οικογένεια για τα εύκολα και τα δύσκολα, κοντά ή μακριά.

Είναι όμως κι οι σχέσεις αυτές, ξέρεις, εκείνες οι ερωτικές που ξεκινούν δειλά-δειλά ή έντονα, ρομαντικά ή παθιασμένα, φιλικά ή ακόμα κι από σεξ της μιας βραδιάς. Περνούν από σαράντα κύματα, χτίζονται και προχωρούν βήμα-βήμα, γεμάτες συναισθήματα που άλλοτε σου δίνουν πνοή κι άλλοτε σου κόβουν την ανάσα σαν σκοινί δεμένο στο λαιμό.

Λέξεις και βλέμματα που σε κάνουν να πλέεις σε πελάγη ευτυχίας ή λόγια σκληρά ικανά να σε πετάξουν πάνω στα βράχια αυτού που ένιωθες και θεωρούσες λιμάνι. Ζωές σαν ευθείες παράλληλες, καταδικασμένες να μη συναντιούνται πουθενά πια. Εκείνες που κάποτε ήταν έτοιμες να βρουν σημείο τομής, ακριβώς όπως δυο άνθρωποι σημεία επαφής.

Κι έρχεται στιγμή, μοιραία θα έλεγε κάποιος, ν’ αγγίξει τις χορδές σου εκείνος ο στίχος που δεν περίμενες ποτέ να σας ταιριάξει… «εγώ εδώ, εσύ εκεί κι η ζωή πιο πέρα».

Μην υπεκφεύγεις. Ξέρεις καλά πως δεν είναι μοίρα. Επιλογές, καρδιά μου, ανθρώπινες επιλογές είναι.

Μεγάλα παιδιά πια, παίρνουμε τις αποφάσεις μας, υπεύθυνα, με όποιο κόστος. Σε κάθε διακλάδωση που βρίσκεσαι, διαλέγεις ένα μονοπάτι, αποκλείοντας τ’ άλλο. Σε κάθε δίλημμα, καλείσαι να κάνεις την επιλογή σου και ν’ αφήσεις μιαν άλλη πίσω.

Δεν υπάρχουν δικαιολογίες.

Εμείς τις εφευρίσκουμε μήπως και νιώσουμε καλύτερα με τον εαυτό μας ή μαλακώσουμε τις πληγές του άλλου. Ούτε μαχαίρι στο λαιμό, ούτε πιστόλι στον κρόταφο, μόνο ελεύθερη βούληση και μια απόφαση.

Ποιος μας πιέζει να κρατάμε το στόμα μας κλειστό;

Ποιος αποφασίζει, πως ο εγωισμός κι αυτό που, ελαφρά τη καρδία, αποκαλούμε περηφάνια είναι πιο σημαντικά απ’ την ίδια την ανθρώπινη επαφή;

Ποιος προδιαγράφει το τέλος μιας – ανθρώπινης πάνω απ’ όλα – σχέσης, όπως την ξέραμε μέχρι πρότινος;

Εμείς φυσικά. Κοίτα, πώς φτάνουν εραστές κι αγαπημένοι να γίνονται δυο ξένοι μέσα στο ίδιο σπίτι, στην ίδια δουλειά, στην ίδια πόλη. Μέχρι κι οι ευχές εορτών και γενεθλίων γίνονται τυπικές, διαδικτυακές κι απρόσωπες, λες και τα κοινά βιώματα γίνονται ξαφνικά καπνός.

Σοβαρά τώρα; Πόσο λίγο νοιάζονται δυο άνθρωποι τελικά, ώστε να γυρνούν πλάτη ο ένας στον άλλο; Πώς αλλάζουν οι επιθυμίες κι οι προτεραιότητές τους; Πώς η σιωπή αποδεικνύεται πιο δυνατή απ’ τη φωνή της επιθυμίας κι η απόσταση πιο ασφαλής απ’ την καθημερινή επαφή;

Μάλλον βολική είναι, ώστε να τραβά ο καθένας το δρόμο του χωρίς δικαιολογίες πια. Κι όταν ρωτούν γνωστοί και φίλοι τον έναν για τον άλλο, ξεμπερδεύεις μ’ ένα «ε, καλά είναι» ή «τι να σου πω, χαθήκαμε μωρέ». Μισή αλήθεια όμως, λένε, ισοδυναμεί με ψέμα.

Από επιλογή χάνεται ο κόσμος, μάτια μου.

Χάνονται όταν παύουν να προσπαθούν. Ίσως, ακόμη, επειδή φτάνουν σ’ ένα σημείο που ένα τηλέφωνο, ένα μήνυμα ή ένας καφές εδώ κι εκεί, για να ανταλλάξεις νέα δεν είναι αρκετά. Ίσως το «λίγο» να είναι πιο επώδυνο από το «τίποτα» και το «μέτριο» ένας απλός συμβιβασμός κόντρα σε ό,τι κάποτε σε γέμιζε.

«Ας μην κοροϊδευόμαστε. Δε θέλουμε πια αρκετά ο ένας τον άλλο. Μας πέρασε η επιθυμία. Μας τέλειωσε ο έρωτας. Ξεθύμανε το πάθος. Πώς το λένε ρε παιδί μου; Φινίτο.»

Πόσο σκληρά, βραχυπρόθεσμα, αλλά πόσο πιο αποτελεσματικά σε βάθος χρόνου αυτά τα λόγια. Πονάς, πληγώνεσαι, ένα κομμάτι σπάει μέσα σου, μα αργά ή γρήγορα, οι πληγές γιατρεύονται και συνεχίζεις τη ζωή σου.

Για τον έρωτα που σε γεμίζει κι εκείνο το μοναδικό άνθρωπο που φέρνει τα πάνω-κάτω στη ζωή σου, όχι δεν πρέπει να σου αρκεί το λίγο, το μέτριο ή το χλιαρό. Όλα ή τίποτα.

Για εκείνον που θες να δεις και να του πεις ότι σου λείπει, όχι τις νύχτες με μεθύσια και τσιγάρα, όχι πέφτοντας για ύπνο κοιτάζοντας το ταβάνι, ούτε ακούγοντας μπαλάντες ή καψουροτράγουδα, μα σε όλα εκείνα τα μικρά, τα καθημερινά που κάνατε οι δυο σας. Όσα δεν αντέχεις πια να κάνεις χώρια του, γι’ αυτό και τα ’κοψες. Στέκια που άλλαξες, συναυλίες και φεστιβάλ που έχασες για τραγούδια κι αναμνήσεις που πλέον πονάνε. Ταξίδια κι εκδρομές σε νέους προορισμούς, τάχα μου μόνο για την εμπειρία, ενώ απλά απέφευγες τεχνηέντως γνώριμα λημέρια.

Έκλεισες μάτια κι αυτιά σε εικόνες, τοπία και μελωδίες.

Έβαλες το καλύτερο χαμόγελο σου, μέχρι να πειστείς πως περνάς καλά χωρίς τον άνθρωπο που ήταν η αιτία για το πιο αληθινό κι αυθόρμητο χαμόγελό σου. Προτίμησες μια καρδιά με βαθιές πληγές, αντί για έναν εγωισμό με μερικές μονάχα γρατζουνιές.

Κοιμήσου ήσυχος, λοιπόν. Αγκαλιά με τον εγωισμό που βάφτισες υπερηφάνεια και τη δειλία που βάφτισες αξιοπρέπεια.

Μα αφού ξυπνήσεις, νομίζοντας πως προχωράς αγέρωχα, μην απορήσεις γιατί ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από σένα παίρνοντας μαζί του όσα θα ήθελες πραγματικά ακόμα στη ζωή σου.

Γράφει η Μαρία Τσαγκαράκη

loading...
« PREV
NEXT »